Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος: Ένας θάνατος… ή μια ζωή

Οκτώβρης – Νοέμβρης 2011

«Αυτός που ονομάζει καλεί. Και κάποιος έρχεται, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, χωρίς εξηγήσεις, στο μέρος όπου τον καλεί  το όνομά του, είτε με το λόγο είτε με τη σκέψη.  Όταν συμβαίνει αυτό, ο καθένας  έχει το δικαίωμα να πιστεύει ότι κανείς δε φεύγει για πάντα, όσο δεν πεθαίνει ο λόγος που τον φέρνει πίσω, με το κάλεσμά του, με τη φλόγα του.»
Εδουάρδο Γκαλεάνο, «Παράθυρο στη Μνήμη», στα Περιπλανώμενα Λόγια.

Δον Λουίς

[…..]

Ας συνεχίσουμε με αυτή την ανταλλαγή ιδεών και σκέψεων. Ίσως πιο μόνοι τώρα, λόγω του μιντιακού θορύβου που έχει ξεσπάσει γύρω από τον προσδιορισμό των ονομάτων των 3 σουλατσαδόρων που θα διεκδικήσουν την εξουσία στα αιματοβαμμένα χώματα του Μεξικού.

Με την ίδια φρενίτιδα που εκδίδουν τιμολόγια για «διαφημιστικά έξοδα », τα μέσα ενημέρωσης συντάσσονται με τη μία ή την άλλη πλευρά. Όλα συμφωνούν ότι τα λάθη που ξεδιάντροπα επιδεικνύει ο κάθε υποψήφιος, μπορούν να καλυφθούν μόνο αν κάνουν μεγαλύτερη φασαρία σχετικά με αυτά του αντιπάλου.
Η περίοδος της χριστουγεννιάτικης μανίας για αγορές συμπίπτει με την πώληση προεκλογικών προτάσεων. Φυσικά, χωρίς καμία εγγύηση και χωρίς τη δυνατότητα επιστροφής, όπως συμβαίνει και με την πλειονότητα των εμπορευμάτων που πωλούνται αυτή την εποχή.
Μετά την κηδεία του πρώην πλέον υπουργού της κυβέρνησής του 1, ο Φελίπε Καλδερόν Ινοχόσα έσπευσε με χαρά στο «αίσιο τέλος», αποδεικνύοντας ότι αυτό που έχει σημασία είναι η κατανάλωση και όχι ότι οι υπουργοί είναι αναλώσιμοι και με απρόβλεπτη ημερομηνία λήξης.
Αλλά ακόμη και μέσα στο θόρυβο, υπάρχουν ήχοι που πάλλονται για όποιον ξέρει να ψάχνει και έχει αρκετή τόλμη και υπομονή για να το κάνει.
Και σε αυτές τις γραμμές που σου στέλνω, Δον Λουίς, πάλλονται θάνατοι που είναι ζωές.

Ι. Η δύναμη της Εξουσίας.

«Η ελευθερία εκλογής σού επιτρέπει να επιλέξεις τη σάλτσα με την οποία θα φαγωθείς».
Εδουάρδο Γκαλεάνο, « Παράθυρο στις Αόρατες Δικτατορίες», όπ. π.

Θα πρέπει να το διάβασα ή να το άκουσα κάπου. Ήταν κάπως έτσι: «Εξουσία δεν είναι να έχεις πολλά χρήματα, αλλά να λες ψέματα και να σε πιστεύουν πολλοί, όλοι, ή τουλάχιστον όλοι όσοι έχουν σημασία».
Να λες μεγάλα ψέματα και να το κάνεις ατιμώρητα, αυτό είναι η Εξουσία.
Γιγάντια ψέματα που συμπεριλαμβάνουν παπαδοπαίδια και πιστούς στους οποίους δίνουν κύρος, σιγουριά, επιρροή.
Ψέματα που γίνονται προεκλογικές καμπάνιες, κυβερνητικά προγράμματα, εθνικά εναλλακτικά σχέδια,  κομματικές πλατφόρμες, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, σχολιασμοί σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, συνθήματα, πιστεύω.
Και το ψέμα πρέπει να είναι τόσο μεγάλο που να μην είναι στάσιμο. Να αλλάζει, όχι για να είναι πιο αποτελεσματικό, αλλά για να δοκιμάζει την αφοσίωση των οπαδών του. Οι καταραμένοι του χθες θα γίνουν ευλογημένοι μόλις περάσουν λίγες σελίδες στο ημερολόγιο.
Ο μεγάλος διαφθορέας είναι η Εξουσία – ή όσοι βρίσκονται γύρω από αυτή;
Φταίει η διεστραμμένη και εκφυλιστική λειτουργία της Εξουσίας η οποία υποχρεώνει άντρες και γυναίκες που ανέρχονται σε αυτή με μεγάλα ιδανικά να καταλήγουν να τα προδίδουν και να φτάνουν να κάνουν το αντίθετο, σε αντίθεση με αυτά;
Από την πλήρη απασχόληση στον αιμοσταγή (και χαμένο) πόλεμο…
Από τη «μαφία στην εξουσία» στη «δημοκρατία της αγάπης»2 …
Από το «6.000 πέσος το μήνα φτάνουν για όλα»3 στο «ούτε σε ταινία με χάπι εντ δε θα βρω μια δημοσκόπηση που να με ευνοεί»…
Από το «θεέ μου, κάνε με χήρα» στο «Λουπίτα ντε Αλέσιο, κάνε με λέαινα μπροστά στο πρόβατο»4…
Από την ομάδα Σαν Άνχελ στην οργάνωση Ελ Γιούνκε που κατέλαβε το προεδρικό μέγαρο5…
Από… από… από… συγνώμη, αλλά δε βρίσκω κάτι χαρακτηριστικό που να έχει πει ο Ενρίκε Πένια Νιέτο…
Ακόμη χειρότερα, δε βρίσκω να έχει πει τίποτε, λες και πρόκειται για κάποιο δεύτερο κακό ηθοποιό, από αυτούς που βγαίνουν στις σαπουνόπερες και ψελλίζουν κάποια λόγια χωρίς κανείς να τους προσέχει. Ακόμη χειρότερα, όπως είναι προφανές, δε θα ήταν άσχημο να εγγραφεί στο Κέντρο Καλλιτεχνικής Εκπαίδευσης της Τελεβίσα 6(σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών, από το πρώτο έτος διδάσκουν «προφορική έκφραση»).
Ξέρω καλά ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης «διάβασαν» τη φωτογραφία εγγραφής του Πένια Νιέτο, ως μοναδικού υποψηφίου για τις εσωκομματικές εκλογές του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος PRI (στην οποία εμφανίζονται και οι βασικές προσωπικότητες του κόμματος αυτού), ως ένδειξη κομματικής στήριξης αυτού του κυρίου.
Μμμ… εκ πρώτης όψεως εμένα μου φάνηκε πως ήταν η φωτογραφία ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ  που αφορούσε κάποιο νέο χτύπημα στο οργανωμένο έγκλημα. Ότι είχε εξαρθρωθεί κάποια συμμορία απατεώνων και ότι το αλεξίσφαιρο γιλέκο, με το οποίο συνηθίζουν να παρουσιάζουν τους «υπόπτους», είχε αντικατασταθεί από το κόκκινο πουκάμισο.
Μετά κοίταξα τη φωτογραφία με μεγαλύτερη προσοχή. Άκου αγαπητέ μου, αυτοί δεν προσφέρουν κάποια στήριξη. Είναι μια συμμορία από γύπες που κατάλαβαν ότι ο Πένια Νιέτο δεν είναι τίποτε άλλο από μια ορφανή μαριονέτα και πρέπει να βάλουν το χεράκι τους.  Γιατί, αναλαμβάνοντας την προεδρία, δε θα έχει σημασία αυτός, αλλά ο εγγαστρίμυθος που τον χειρίζεται.
Ο ορισμός του ως υποψήφιου για την προεδρία θα είναι μία ακόμη απόδειξη της αποσύνθεσης του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος, και η διαμάχη για το ποιος κινεί τα νήματα θα είναι μέχρι θανάτου (και για τα μέλη του PRI αυτή η εικόνα δεν είναι καθόλου ρητορική).
Πόσο αξιολύπητη πρέπει να είναι η κατάσταση, αφού μέχρι και ο Έκτορ Αγκίλαρ Καμίν 7 προσφέρεται για την υιοθεσία… και την επείγουσα εκπαίδευση του βρέφους.
Έτσι, συνεχίζουμε να ρωτάμε:
Είναι η Εξουσία αυτή που διαφθείρει, ή για να ανέλθει κάποιος στην Εξουσία, να διατηρηθεί σε αυτή… ή για να έχει βλέψεις πρέπει να είναι πολύ διεφθαρμένος;
Σε κάποια από τις μεγάλες περιοδείες της Άλλης Καμπάνιας, περνώντας από την πρωτεύουσα της Τσιάπας, Τούστλα Γκουτιέρες, είχα σχολιάσει πως η κυβερνητική καρέκλα της Τσιάπας είχε κάτι που μετέτρεπε άτομα μέτριας ευφυΐας σε ηλίθιους κτηματίες με πόζα τυραννίσκων. Ο Χούλιο οδηγούσε, ο Ρότζερ ήταν συνοδηγός. Ένας από τους δύο επισήμανε: «ή ήταν από πριν έτσι, γι’ αυτό και έγιναν κυβερνήτες».
Και στη συνέχεια συμπλήρωσε το εξής ανέκδοτο, που έλεγε περίπου: «Περνώντας μπροστά από το κτίριο όπου συνεδρίαζε το Κογκρέσο, μια κυρία άκουσε κραυγές: Άσχετε! Ηλίθιε! Πουτάνα! Απατεώνα! Εγκληματία! Δολοφόνε! και άλλα πιο χοντροκομμένα κοσμητικά επίθετα. Η κυρία, τρομοκρατημένη, απευθύνεται σε έναν άντρα έξω από το κτίριο που διαβάζει ένα βιβλίο. Είναι σκανδαλώδες, του λέει, εμείς τους συντηρούμε με τους φόρους μας και αυτοί οι βουλευτές δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τσακώνονται και να προσβάλλουν ο ένας τον άλλο. Ο άντρας κοιτάζει την κυρία, έπειτα κοιτάζει προς τη Βουλή και, γυρνώντας στο βιβλίο του, λέει στην κυρία: Ούτε τσακώνονται ούτε προσβάλλει ο ένας τον άλλο, απλά παίρνουν παρουσίες».

ΙΙ. Η Εξουσία και ο Στοχασμός σχετικά με την Αντίσταση.

Η αριστερά είναι η Φωνή των Νεκρών.
Τομάς Σεγκόβια, 1994.

Μμμ… η Εξουσία… η αδιαφιλονίκητη απόδειξη, το υγρό όνειρο των διανοουμένων από τα πάνω, ο λόγος ύπαρξης των πολιτικών κομμάτων…
Τώρα, με το θάνατο του δασκάλου Τομάς Σεγκόβια, τον ονομάζουμε, τον καλούμε και τον φέρνουμε να καθίσει μαζί μας, για να ξαναδιαβάσουμε μαζί κάποια από τα κείμενά του.
Όχι τα ποιήματά του, αλλά τις κριτικές σκέψεις του σχετικά με την Εξουσία και απέναντι σε αυτή.
Λίγοι, πολύ λίγοι, ήταν και είναι οι διανοούμενοι που προσπάθησαν με επιμονή να κατανοήσουν, και όχι να επικρίνουν, αυτό το επεισοδιακό ταξίδι μας το οποίο ονομάζουμε «ζαπατισμό» (ή «νεοζαπατισμό» για κάποιους). Στον μικρό κατάλογο εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, ο Δον Πάμπλο Γκονσάλες Κασανόβα, ο Αντόλφο Γκίλι, ο Τομάς Σεγκόβια και εσείς Δον Λουίς.
Όλους αυτούς, και εσάς, σας αγκαλιάζουμε όπως αγκαλιάζουν μόνο οι νεκροί, δηλαδή, μέχρι τη ζωή.
Και όσοι θυμούνται τώρα τον Τομάς Σεγκόβια μόνο ως ποιητή, το κάνουν για να διασπάσουν το ελευθεριακό είναι αυτού του ανθρώπου. Καθώς ο Δον Τομάς δεν μπορεί να κάνει τίποτε τώρα για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και τον λόγο του ως σύνολο, γίνονται  εκδηλώσεις τιμής του τύπου «αποκοπή-επικόλληση», δημοσιεύοντας και συναρμολογώντας τα ευχάριστα κομμάτια, αφήνοντας τα άβολα στη λήθη… έως ότου κάποιοι άλλοι και άλλες, άβολοι και άβολες, τα θυμηθούν και τα ονομάσουν.
Και για να μην ερμηνεύω τα λόγια του (κάτι που μπορεί να εκληφθεί ως μια ευχάριστη μορφή οικειοποίησης), σας αντιγράφω αποσπάσματα από ορισμένα κείμενα.
Το 1994, στο απόγειο της καταδικαστικής ευφορίας της δεξιάς, πεφωτισμένης πραγματικά αφού επικεφαλής της ήταν ο Οκτάβιο Πας (ένας από τους αυλικούς του ήταν ο επιχειρηματίας Ενρίκε Κράουσε – μη συγχύζεστε δον Κράουσε, τους διανοούμενους δεν μπορεί να τους επικρίνει κανείς για το γεγονός ότι ανήκουν στη δεξιά ή την αριστερά, παρά μόνο, όπως στην περίπτωσή σου, για το ότι, για να διαπρέψουν, αντί να χρησιμοποιήσουν τη διάνοια, καταφεύγουν στην κολακεία γκάγκστερ σαν κι αυτών που είναι τώρα κυβέρνηση-), ο Τομάς Σεγκόβια έγραψε τα εξής (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):
Κάθε φορά που επικρατεί η μία ή η άλλη μορφή φασισμού, η αλήθεια και η δικαιοσύνη παίρνουν τη μορφή της Αντίστασης.
Όμως, μπορεί επίσης να πει κανείς ότι η αριστερά είναι από τη σύστασή της αντίσταση. Χωρίς αμφιβολία, η αριστερά του αιώνα μας υπέπεσε σε ένα αδιόρθωτο ιστορικό λάθος. Αυτό το λάθος ήταν προφανώς ότι πίστευε πως θα μπορούσε να καταλάβει την εξουσία. Η αριστερά στην εξουσία αποτελεί αντίφαση, κάτι που μας έδειξε επαρκώς η ιστορία αυτού του αιώνα (…).
Σήμερα είναι ξεκάθαρο, μου φαίνεται, ότι η αριστερά δεν είναι η άλλη πλευρά  της δεξιάς, ευρισκόμενες και οι δύο σε μια αντίθετη αλλά συμμετρική σχέση όσον αφορά  την εξουσία: η αριστερά είναι πρώτα απ’ όλα το άλλο της εξουσίας, το άλλο πεδίο και η άλλη έννοια της κοινωνικής ζωής, είναι αυτό που μένει θαμμένο και ξεχασμένο από τη θεσμισμένη εξουσία, είναι η επιστροφή του καταπιεσμένου, η φωνή της κοινής ζωής που πνίγεται από την κοινοτική ζωή, η φωνή των απόκληρων πριν γίνει η φωνή των φτωχών (και αυτή των φτωχών μόνο επειδή είναι στην πλειονότητά τους, αλλά όχι αποκλειστικά, απόκληροι) – η αριστερά είναι η Φωνή των Νεκρών.
Μία από τις ιδέες που μας έκαναν μεγαλύτερο κακό ήταν αυτή του «αντιδραστικού», η οποία μας επέτρεπε να σκεφτόμαστε ότι η δεξιά αντιδρά στην πρόοδο, ότι είναι αντίσταση και μιλά στο όνομα του παρελθόντος, των ριζών, του «ξεπερασμένου». Έτσι η αριστερά έπειθε τον εαυτό της ότι η αντίσταση είναι η εξουσία, στο μέτρο που αυτή εξακολουθούσε να ανήκει στη δεξιά και, στην απελπισμένη προσπάθειά της να διατηρήσει τα προνόμια και την κυριαρχία της, εναντιωνόταν στον προοδευτισμό της αριστεράς, χωρίς να βλέπει ότι η εξουσία, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, αποτελεί αντίσταση μοναχά με μια διαφορετική έννοια, πολύ πιο απλή: αντιστέκεται στην αντικατάστασή της από μια άλλη εξουσία, της αριστεράς ή της δεξιάς, είναι το ίδιο, αλλά απέναντι στην ιστορία, η εξουσία είναι πάντα προοδευτική.
Στο Μεξικό, ως συνήθως, αυτό φαίνεται πιο καθαρά, δεδομένης της σκληρότητας των σχέσεων εξουσίας σε αυτή τη χώρα: σήμερα γνωρίζουμε με σαφήνεια ότι καμία κυβέρνηση δεν ήταν πιο αποφασισμένη και ενεργά προοδευτική από αυτή του Πορφίριο Ντίας 8, και ότι στις μέρες μας είναι το PRI αυτό που μονοπωλεί και εκμεταλλεύεται όλη τη ρητορεία της προόδου, της αλλαγής, του εκσυγχρονισμού, της υπέρβασης  των νοσταλγών και των «απεσταλμένων του παρελθόντος», ακόμη και της δημοκρατίας.
(Και αυτό με κάνει να σκέφτομαι, με την  ευκαιρία, ότι και η δημοκρατία στην εξουσία ή η δημοκρατία της εξουσίας αποτελεί αντίφαση: η δημοκρατία δεν είναι «αρχή του δήμου» – ο λαός στην εξουσία είναι μια ουτοπία ή μια μεταφορά, πολύ επικίνδυνη για να την εκλάβουμε κυριολεκτικά, γιατί «ο λαός», αν υποθέσουμε πως υπάρχει ή ακόμα κι αν δεν υπάρχει παρά μόνο ως ενδελέχεια, είναι εξ ορισμού αυτό που δε βρίσκεται στην εξουσία, είναι το άλλο της εξουσίας).
Άραγε, οι υπέροχοι συνάδελφοί μου, όταν παραδίνονται στην κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση ότι οι υποσχέσεις της είναι ψεύτικες, το κάνουν επειδή γοητεύτηκαν; Αδύνατον: η γοητεία είναι επιθυμία σε αγνή μορφή, υποδηλώνει το λαμπρό όραμα ότι η απόλαυσή σου είναι απόλαυσή μου. Είναι ανέφικτο ένα όραμα στο οποίο  η ευχαρίστηση της Εξουσίας είναι ευχαρίστηση του «λαού».
Και το 1996 επισήμανε:
Παράλληλα, σε μια χώρα που δεν ασκεί πλέον τη βίαιη απαγόρευση των άμεσων εκφράσεων της πρωτογενούς κοινωνικής ζωής , η ιδεολογία της εξουσίας, είτε θα μας εκβιάζει αποκαλώντας μας πουτάνες -δηλαδή, διασπαστές, αρνητικούς, μνησίκακους, δύστροπους- , είτε θα επιχειρήσει να μας πείσει, όπως προσπαθούν να πείσουν οι πολιτικοί επιστήμονες  και άλλοι διανοούμενοι τους ζαπατίστας, όπως προσπαθούν να πείσουν εμένα οι συνάδελφοί μου (ξεκινώντας από τον Οκτάβιο Πας) ότι ο «αληθινός» δρόμος για να εκφραστούμε και να επηρεάσουμε την κοινωνική ζωή είναι να μπούμε στους θεσμούς – ή γενικά στο θεσμισμένο.
Δον Λουίς, πιστεύω πως θα συμφωνήσετε μαζί μου στο ότι, απαντώντας σε αυτά τα προκλητικά κείμενα του Τομάς Σεγκόβια, η σκέψη πάνω στη Ηθική και την Πολιτική πρέπει να αγγίξει το ζήτημα της Εξουσίας.
Ίσως σε κάποια άλλη περίσταση, και καλώντας κι άλλους, να μπορέσουμε να ανταλλάξουμε ιδέες και συναισθήματα (γιατί δεν είναι τίποτε άλλο οι πράξεις που δίνουν ζωή σε αυτές τις σκέψεις) σχετικά με αυτό το ζήτημα.
Προς το παρόν, στέλνουμε αυτό το κάλεσμα στο Δον Τομάς Σεγκόβια, ο οποίος δήλωνε πως δεν είχε χρόνο να μην είναι ελεύθερος και ανενδοίαστα εξομολογούνταν: «Σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή μου κέρδισα τα προς το ζην έντιμα, δηλαδή, όχι ως συγγραφέας».
Όχι μόνο για να φέρουμε εδώ τον αδούλωτο λόγο του, αλλά γιατί όντως ταιριάζει στην περίσταση, ή στην υπόθεση, ανάλογα.
Επίσης, και κυρίως, γιατί πέρα από ποιητής και των δύο ηπείρων, είναι ο στοχαστής που άνοιξε μια τρίτη πόρτα προς το ιθαγενικό ζαπατιστικό κίνημα. Κοιτάζοντας, βλέποντας, ακούγοντας και δίνοντας προσοχή, ο Δον Τομάς Σεγκόβια διέσχισε αυτή την πόρτα.
Που σημαίνει, κατάλαβε.

ΙΙΙ. Η Εξουσία και η Πρακτική της Αντίστασης.

Αυτόνομος Εξεγερμένος Ζαπατιστικός Δήμος Σαν Αντρές Σακαμτσέν των Φτωχών, Υψίπεδα της Τσιάπας. Το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 2011, ο διοικητής Μοϊσές πήγαινε να δουλέψει στο χωράφι του. Όπως όλοι οι διοικητές του EZLN, δεν έπαιρνε ούτε μισθό ούτε κάποια αμοιβή. Όπως όλοι οι διοικητές του EZLN, έπρεπε να δουλέψει για να συντηρήσει την οικογένειά του. Τον συνόδευαν τα παιδιά του.
Το όχημα με το οποίο ταξίδευαν ανατράπηκε. Χτύπησαν όλοι, όμως τα τραύματα του Μοϊσές ήταν θανάσιμα. Όταν έφτασε στην κλινική του Οβεντίκ ήταν ήδη νεκρός.
Ήδη από το απόγευμα, καθώς συνηθίζεται στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας να καλλιεργούνται φήμες, ο θάνατος του Μοϊσές προσέλκυσε δημοσιογράφους-κοράκια που νόμισαν πως ο νεκρός ήταν ο εξεγερμένος αντισυνταγματάρχης Μοϊσές. Όταν έμαθαν πως δεν επρόκειτο γι’ αυτόν, αλλά για άλλον Μοϊσές (τον διοικητή Μοϊσές), έχασαν κάθε ενδιαφέρον. Κανείς από αυτούς δεν ενδιαφερόταν για κάποιον που δεν είχε εμφανιστεί δημόσια ως διοικητής, κάποιον που πάντα βρισκόταν στη σκιά, κάποιον που, προφανώς, ήταν απλά ακόμη ένας ιθαγενής ζαπατίστας…
Πρέπει να ήταν το 1985-1986 στο ημερολόγιο. Ο Μοϊσές έμαθε για τον EZLN και αποφάσισε να προσχωρήσει στην οργανωτική προσπάθεια, την εποχή που στα Υψίπεδα της Τσιάπας οι ζαπατίστας μετριούνταν στα δάχτυλα των χεριών … και περίσσευαν μερικά.
Μαζί με άλλους συντρόφους (μεταξύ των οποίων και η Ραμόνα), άρχισε να πορεύεται στα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού, έχοντας όμως πλέον μια κάποια ιδέα οργάνωσης. Η μικρή φιγούρα του έβγαινε από την ομίχλη στα μέρη των τσοτσίλες, στη ζώνη των Υψιπέδων. Και τα ήρεμα λόγια του υπογράμμιζαν το μακρύ ιστορικό των αδικιών ενάντια σε αυτούς που έχουν το χρώμα της γης.
«Πρέπει να αγωνιστούμε», κατέληγε.
Το ξημέρωμα της 1ης Γενάρη του 1994, σαν ένας ακόμη μαχητής, κατέβηκε από τα βουνά στη γεμάτη υπεροψία πόλη του Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας. Συμμετείχε στη φάλαγγα που κατέλαβε το δημαρχείο, αναγκάζοντας την κυβερνητική δύναμη που το προστάτευε να παραδοθεί. Μαζί με τους υπόλοιπους τσοτσίλες, μέλη της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής – Γενικής Διοίκησης, εμφανίστηκε στο μπαλκόνι του κτιρίου με θέα την κεντρική πλατεία. Πίσω, στη σκιά, άκουγε έναν από τους συντρόφους του να διαβάζει τη λεγόμενη «Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα» απευθυνόμενος σε ένα πλήθος από δύσπιστους και σκεπτικούς μιγάδες, αλλά και ιθαγενείς γεμάτους ελπίδα. Μαζί με το στράτευμά του αναδιπλώθηκαν στα βουνά κατά τις πρώτες ώρες της 2ας Ιανουαρίου 1994.
Αφού αντιστάθηκαν στους βομβαρδισμούς και τις επιδρομές των κυβερνητικών δυνάμεων, κατέβηκε ξανά στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, ως μέλος της ζαπατιστικής αντιπροσωπείας που συμμετείχε με εκπροσώπους της κυβέρνησης στον λεγόμενο Διάλογο του Καθεδρικού Ναού.
Επέστρεψε και συνέχισε να πορεύεται στα χωριά για να εξηγήσει και, κυρίως, για να ακούσει.
«Η κυβέρνηση δεν έχει λόγο», κατέληγε.
Μαζί με χιλιάδες ιθαγενείς ζαπατίστας, έχτισε το Αγουασκαλιέντες ΙΙ, στο Οβεντίκ, όταν ο EZLN εξακολουθούσε να υφίσταται το διωγμό του Σεντίγιο 9.
Ήταν ένας ακόμη ανάμεσα στους χιλιάδες ιθαγενείς ζαπατίστας που, με γυμνά χέρια, συγκρούστηκαν με τη φάλαγγα των ομοσπονδιακών αρμάτων μάχης που ήθελαν να λάβουν θέσεις στο Οβεντίκ, τις ολέθριες μέρες του 1995.
Το 1996, στο διάλογο του Σαν Αντρές, επαγρυπνούσε, σαν ένας ακόμη, για την ασφάλεια της ζαπατιστικής αποστολής, περικυκλωμένη καθώς ήταν από εκατοντάδες στρατιώτες.
Όρθιος, στην παγωμένη αυγή των Υψιπέδων της Τσιάπας, αντιστεκόταν στη βροχή που ανάγκαζε τους στρατιώτες να το σκάνε για να βρουν στέγη και καταφύγιο. Αυτός δεν κουνιόταν.
«Η Εξουσία προδίδει», έλεγε σαν να ήθελε να ζητήσει συγνώμη.
Το 1997, μαζί με τους συντρόφους του, οργάνωσε τη ζαπατιστική φάλαγγα των τσοτσίλες που συμμετείχαν στην «Πορεία των 1.111» και συνέλεξε πληροφορίες ζωτικής σημασίας για τη διαλεύκανση της σφαγής της Ακτεάλ, που διαπράχθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους από παραστρατιωτικούς και υπό τη διοίκηση του στρατηγού του ομοσπονδιακού στρατού Μάριο Ρενάν Καστίγιο, με ηθικούς αυτουργούς τους Ερνέστο Σεντίγιο Πόνσε δε Λεόν, Εμίλιο Τσουαϊφέτ 10 και Χούλιο Σέσαρ Ρουίς Φέρο 11.
Το 1998 οργάνωσε και συντόνισε την υποστήριξη και την άμυνα η οποία, από τα Υψίπεδα της Τσιάπας, παρασχέθηκε στους συντρόφους και τις συντρόφισσες που εκτοπίστηκαν από τις  επιθέσεις που εξαπέλυσαν ο «Κροκέτας» Άλμπορες Γκιγιέν και ο Φρανσίσκο Λαμπαστίδα Οτσόα 12 ενάντια στους αυτόνομους δήμους.
Το 1999 συμμετείχε στην οργάνωση και το συντονισμό της ιθαγενικής ζαπατιστικής αποστολής των τσοτσίλες η οποία συμμετείχε στην εθνική διαβούλευση, όταν 5 χιλιάδες ζαπατίστας (2.500 γυναίκες και 2.500 άντρες) κάλυψαν όλες τις πολιτείες της Μεξικανικής Δημοκρατίας.
Το 2001, μετά την προδοσία από ολόκληρη τη μεξικανική πολιτική τάξη των λεγόμενων «Συμφωνιών του Σαν Αντρές» (όταν το PRI 13, το PAN 14 και το PRD 15 συμμάχησαν για να κλείσουν την πόρτα στη συνταγματική αναγνώριση των δικαιωμάτων και της κουλτούρας των αυτόχθονων λαών του Μεξικού), συνέχισε να πορεύεται στις περιοχές των τσοτσίλες των Υψιπέδων της Τσιάπας, μιλώντας και ακούγοντας. Όμως τότε, στο τέλος, και αφού είχε ακούσει τους άλλους, έλεγε: «Πρέπει να αντισταθούμε».
Ο Μοϊσές είχε γεννηθεί στις 2 Απριλίου του 1956, στο Οβεντίκ.
Χωρίς να το έχει προτείνει ο ίδιος και, κυρίως, χωρίς να έχει κερδίσει το παραμικρό από αυτό, έγινε ένας από τους πλέον σεβαστούς ιθαγενείς διοικητές στον EZLN.
Μόλις λίγες μέρες πριν από το θάνατό του, τον είδα σε μια συνέλευση της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής – Γενικής Διοίκησης του EZLN, στην οποία αναλύαμε την κατάσταση σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο και συζητούσαμε και αποφασίζαμε τα βήματα που θα ακολουθήσουμε.
Εξηγούσαμε ότι μια νέα γενιά ζαπατίστας ερχόταν στις θέσεις διοίκησης, νέοι και νέες που γεννήθηκαν μετά την εξέγερση, εκπαιδεύτηκαν στην αντίσταση, μορφώθηκαν στα αυτόνομα σχολεία και έφτασαν να γίνουν μέλη στα Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης.
Συζητούσαμε και συμφωνήσαμε για τον τρόπο με τον οποίο θα τους στηρίξουμε στις δουλειές που έχουν αναλάβει, τον τρόπο με τον οποίο θα τους συνοδεύσουμε. Πώς θα χτίσουμε τη γέφυρα της ιστορίας ανάμεσα στους βετεράνους ζαπατίστας και σ’ αυτούς. Πώς κληρονομούμε από τους νεκρούς μας δεσμεύσεις, μνήμη, το καθήκον να συνεχίσουμε, να μην αποθαρρυνθούμε, να μην ξεπουληθούμε, να μην ενδώσουμε, να μην παραδοθούμε.
Δεν υπήρχε νοσταλγία σε κανέναν από τους διοικητές και τις διοικήτριές μου.
Δεν υπήρχε νοσταλγία ούτε για τις μέρες και τις νύχτες που, σιωπηλά, έφτιαχναν τη δύναμη αυτού που θα γινόταν παγκόσμια γνωστός ως «Ζαπατιστιστός Στρατός για την Εθνική Απελευθέρωση».
Ούτε για τις μέρες που ο λόγος μας ακουγόταν σε πολλές γωνιές του πλανήτη.
Δεν υπήρχαν γέλια, αυτό είναι βέβαιο. Μόνο πρόσωπα σοβαρά, που αγωνιούσαν να βρουν μαζί τον κοινό δρόμο.
Υπήρχε, είναι αλήθεια, αυτό που ο Δον Τομάς Σεγκόβια αποκάλεσε κάποια στιγμή «νοσταλγία για το μέλλον».
«Πρέπει να αφηγηθούμε την ιστορία», είπε ο διοικητής Μοϊσές, κλείνοντας τη συνέλευση. Και έφυγε ο κομαντάντε για τη δουλειά του στο Οβεντίκ.
Εκείνο το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 2011, έφυγε από το σπίτι του λέγοντας «επιστρέφω αργότερα», και πήγε στη δουλειά του για να συλλέξει από τη γη την τροφή και το αύριο.

Πονάνε τα χέρια μου γράφοντας για εκείνον, Δον Λουίς.
Όχι μόνο επειδή ήμασταν μαζί από την αρχή της εξέγερσης και αργότερα σε μέρες φωτεινές και αυγές κρύες.
Αλλά κυρίως, γιατί χαράσσοντας αυτές τις σύντομες γραμμές της ιστορίας του, συνειδητοποιώ ότι μιλώ για την ιστορία κάθε αρχηγού μου, άντρα και γυναίκας, αυτής της συλλογικότητας από σκιές που μας δείχνουν την πορεία, το δρόμο, το βήμα.
Αυτών που μας δίνουν ταυτότητα και κληρονομιά.
Ίσως οι  κολέτος 16 ψιθυριστές και το λοιπό ζωικό βασίλειο δεν ενδιαφέρονται για το θάνατο του κομαντάντε Μοϊσές, αφού δεν ήταν παρά μία ακόμη σκιά ανάμεσα στις χιλιάδες των ζαπατίστας.
Αλλά σε μας αφήνει ένα χρέος πολύ μεγάλο, τόσο μεγάλο όσο είναι το νόημα των λέξεων με τις οποίες με αποχαιρέτησε σε εκείνη τη συνέλευση, χαμογελώντας:
«Ο αγώνας δεν τελειώνει», είπε παίρνοντας το μικρό του σακίδιο.

IV. Ένας θάνατος, μια ζωή.

Μπορεί να αναρωτιέστε τι είναι αυτό που κάνει τα λόγια μου να στήνουν αυτή την περίπλοκη και πολλαπλή γέφυρα ανάμεσα στον Δον Τομάς Σεγκόβια και τον κομαντάντε Μοϊσές, ανάμεσα στον κριτικό διανοούμενο και τον ιθαγενή ανώτερο διοικητή ζαπατίστα.
Θα μπορούσατε να σκεφτείτε πως είναι ο θάνατός του, οι θάνατοί τους, αυτοί που, καθώς τους ονομάζουμε, τους φέρνουμε ξανά ανάμεσά μας, γιατί ήταν, και είναι, τόσο ίδιοι αλλά και τόσο διαφορετικοί.
Όμως όχι, είναι οι ζωές τους που ταιριάζουν στην περίσταση, ή την υπόθεση, ανάλογα.
Γιατί οι απουσίες τους δεν μας οδηγούν σε επιπόλαιες εκδηλώσεις σεβασμού ή στείρα αγάλματα.
Γιατί μας αφήνουν μια εκκρεμότητα, ένα καθήκον, μια κληρονομιά.
Γιατί απέναντι στις τάσεις του συρμού (μιντιακές, εκλογικές, πολιτικές, πνευματικές), υπάρχουν κάποιοι που δηλώνουν ότι δεν παραδίνονται, δεν ξεπουλιούνται, δεν ενδίδουν.
Και το κάνουν με μια λέξη που προφέρεται αληθινά μόνο όταν τη βιώνεις: «Αντίσταση».
Εκεί επάνω ο θάνατος εξορκίζεται με εκδηλώσεις τιμής, μερικές φορές μνημεία, ονόματα δρόμων, μουσείων ή φεστιβάλ, βραβεία με τα οποία η Εξουσία γιορτάζει την υποταγή, ένα όνομα με χρυσά γράμματα σε κάποιον υπό κατεδάφιση τοίχο.
Έτσι επιβεβαιώνεται αυτός ο θάνατος. Τιμές, ευαίσθητα λόγια και η σελίδα γυρίζει παρακάτω.
Αλλά…
Λέει ο Εδουάρδο Γκαλεάνο ότι κανείς δε φεύγει για πάντα όταν υπάρχει κάποιος που τον ονομάζει.
Και έλεγε ο γερο-Αντόνιο ότι η ζωή είναι ένα μακρύ και περίπλοκο παζλ που μπορεί να συμπληρωθεί μόνο αν οι κληρονόμοι ονομάσουν τον νεκρό.
Και ο Ελίας Κοντρέρας λέει ότι ο θάνατος πρέπει να διατηρεί το μέγεθός του, και αυτό γίνεται μόνο όταν στέκει δίπλα σε μια ζωή. Και προσθέτει πως όταν χάνεται ένα κομμάτι της συλλογικής καρδιάς που είμαστε, πρέπει να θυμόμαστε ότι αυτός ο θάνατος ήταν και είναι μια ζωή.
Αυτά.
Ονομάζοντας τον Μοϊσές και τον Δον Τομάς, τους φέρνουμε ξανά πίσω, συμπληρώνουμε το παζλ της αγωνιστικής ζωής τους και επαναβεβαιώνουμε ότι, εδώ κάτω, ένας θάνατος είναι κυρίως μια ζωή.

V. Εις το επανιδείν

Δον Λουίς:

Πιστεύω πως με αυτή την επιστολή βάζουμε τέλος στη συμμετοχή μας σε αυτή τη χρήσιμη (για μας) ανταλλαγή ιδεών. Τουλάχιστον προς το παρόν.
Η σχέση ανάμεσα στα παράθυρα και τις πόρτες που άνοιξαν με το πηγαινέλα των δικών σας και των δικών μας ιδεών είναι κάτι που θα διαμορφωθεί, όπως όλα εδώ, σε γεωγραφίες και ημερολόγια που μένει να οριστούν.
Ευχαριστούμε από καρδιάς τη συνοδεία από τις πένες των Μάρκος Ρόιτμαν, Κάρλος Αγκίρε Ρόχας, Ραούλ Σιμπέτσι, Αρτούρο Ανγκιάνο, Γκουστάβο Εστέβα και Σέρχιο Ροντρίγκες Λασκάνο, καθώς και το περιοδικό Ρεμπελδία, ως οικοδεσπότη.
Με αυτά τα κείμενα, ούτε αυτοί ούτε εσείς ούτε εμείς αναζητούμε ψήφους, οπαδούς, πιστούς.
Αναζητούμε (και πιστεύω ότι βρήκαμε) κριτικά, άγρυπνα και ανοιχτά μυαλά.
Τώρα επάνω θα συνεχιστεί ο ορυμαγδός, η σχιζοφρένεια, ο φανατισμός, η αδιαλλαξία, οι υποχωρήσεις  που μεταμφιέζονται σε πολιτική τακτική.
Έπειτα θα ακολουθήσουν τα παρεπόμενα του μεθυσιού: η παράδοση, ο κυνισμός, η ήττα.
Κάτω συνεχίζεται η σιωπή και η αντίσταση.
Πάντα η αντίσταση…

Δον Λουίς. Υγεία και μακάρι να είναι ζωές αυτά που μας κληροδοτούν οι θάνατοι.

Από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού
Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος
Μεξικό, Οκτώβρης – Νοέμβρης του 2011.

[…..]

1. Πρόκειται για τον υπουργό Εσωτερικών, Φρανσίσκο Μπλέικ, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα από πτώση ελικοπτέρου.
2. Ο υποψήφιος της αριστερής συμμαχίας για την προεδρία του Μεξικού στις εκλογές του 2012 (Δημοκρατικό Επαναστατικό Κόμμα, Κόμμα της Εργασίας και Κίνημα Πολιτών, PRD, PT, MC), Λόπες Ομπραδόρ, αφού κατήγγειλε τη «μαφία στην εξουσία», στη συνέχεια κάλεσε σε μια «δημοκρατία της αγάπης», ως απάντηση στη βία και την οικονομική εξαθλίωση της χώρας.
3. Δήλωση του υπουργού Οικονομικών Ερνέστο Κορντέρο, υποψήφιου του Κόμματος Εθνικής Δράσης (PAN) για την προεδρία του Μεξικού.
4. Αναφέρεται στην επίσης υποψήφια του Κόμματος Εθνικής Δράσης για την προεδρία του Μεξικού και πρώην υπουργό Παιδείας, Βάσκες Μότα, η οποία είχε κυκλοφορήσει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Θεέ μου, κάνε με χήρα». Η δεύτερη φράση σε εισαγωγικά αναφέρεται στην Λουπίτα ντ’ Αλέσιο, τραγουδίστρια και ηθοποιό σε μεξικανικές σαπουνόπερες, γνωστή με το υποκοριστικό «η κοιμώμενη λέαινα», την οποία «καλεί» η Βάσκες Μότα να την μετατρέψει σε «λέαινα» απέναντι στον συνυποψήφιό της Ερνέστο Κορντέρο (κορντέρο στα ισπανικά σημαίνει πρόβατο).
5. Η ομάδα Σαν Άνχελ συγκροτήθηκε από «προσωπικότητες» διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων το 1994 με στόχο υποτίθεται να εγγυηθεί την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών. Η ομάδα Ελ Γιούνκε είναι μυστική οργάνωση της καθολικής ακροδεξιάς που ιδρύθηκε τη δεκαετία του ’50 με στόχο να καταλάβει ένοπλα την εξουσία και βαρύνεται με δολοφονίες, βασανιστήρια, βομβιστικές επιθέσεις. Στις προεδρικές εκλογές του 2000 ουσιαστικά ανήλθε στην εξουσία μέσω του Κόμματος Εθνικής Δράσης, του οποίου αξιωματούχοι είναι μέλη της.
6. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρία μέσων μαζικής ενημέρωσης της Λατινικής Αμερικής.
7. Συγγραφέας και δημοσιογράφος της δεξιάς που προσπαθεί να βελτιώσει το προφίλ του Πένια Νιέτο, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, στο Διεθνές Φεστιβάλ Βιβλίου τον μοναδικό τίτλο που μπόρεσε να κατονομάσει ήταν αυτός της Βίβλου.
8. Κυβέρνησε ως δικτάτορας το Μεξικό από το 1876 ως το 1911. Ανατράπηκε από τη μεξικανική επανάσταση.
9. Πρόεδρος του Μεξικού την περίοδο 1994-2000. Υποστηρίχθηκε από το PRI.
10. Υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Σεντίγιο. Εξαναγκάστηκε σε παραίτηση αμέσως μετά τη σφαγή της Ακτεάλ, υπό το βάρος των κατηγοριών για ηθική αυτουργία.
11. Κυβερνήτης της Τσιάπας την ίδια περίοδο. Εξαναγκάστηκε και αυτός σε παραίτηση μετά τη σφαγή της Ακτεάλ.
12. Υπουργός Εσωτερικών και κυβερνήτης της Τσιάπας (Ιανουάριος 1998-Δεκέμβριος 2000) αντίστοιχα. Ο δεύτερος διαγράφτηκε από το PRΙ το 2006 εξαιτίας της στήριξης που πρόσφερε στον υποψήφιο του αντίπαλου αριστερού κόμματος PRD και νυν κυβερνήτη της Τσιάπας, Χουάν Σαμπίνες.
13. Θεσμικό Επαναστατικό Κόμμα. Κεντρώο κόμμα το οποίο κυβέρνησε το Μεξικό για πάνω από 70 χρόνια.
14. Κόμμα Εθνικής Δράσης, το οποίο ανήκει στη μεξικανική δεξιά. Κυβερνά το Μεξικό από το 2000.
15. Κόμμα Δημοκρατικής Επανάστασης, το οποίο ανήκει στην αριστερά.
16. Οι «αυθεντικοί» κάτοικοι της πόλης του Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας που ανήκουν κυρίως στην ανώτερη τάξη των μεγαλοκτηματιών και εμπόρων.

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

css.php